ἐξουθένημα
ἐξουθένημα, object of contempt
ἐξουθέν-ημα, ατος, τό,
- object of contempt, ἐ. λαοῦ LXX Ps. 21 (22). 6.
ἐξουθένημα, ατος (τὸ) c. ἐξουδένωμα, Spt. Ps. 21, 7.
Étym. ἐξουθενέω.