ἐριθακώδης
ἐριθακώδης, full of ἐριθάκη 2
ἐρῑθᾰκώδης, ες,
- full of ἐριθάκη 2, γραῖαι Epich. 61.
ἐριθακώδης, ης, ες [ῑᾰ] semblable à un perroquet, qui bavarde sans cesse, Epich. (Ath. 318f).
Étym. ἐρίθακος, -ωδης.
ἐριθακώδης, ες, dem ἐρίθακος ähnlich, γραῖαι, Epicharm. bei Ath. VII.318e, vielleicht schwatzhaft.