Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἐρίκιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐριθακίς
Ἐριθακίς
ἐρίθακος
ἐριθακώδης
ἐριθαλής
ἐριθάλης
ἐριθαλίς
ἐριθαλλής
ἐρίθαλλος
Ἐριθάσεος
ἐριθεία
ἐριθεύομαι
ἐριθεύς
ἐριθευτός
ἐριθεύω
ἐρίθεχνα
ἐριθηλής
ἐρίθηλος
ἐριθία
Ἐρίθιος
ἔριθος
ἐρίθυλος
ἐρίθυμος
ἐριθυρίς
ἐρικάνην
ἐρικάς
Ἐρίκειάνδε
ἐρικεῖν
ἐρικευθές
ἐρίκη
Ἐρίκιος
ἐρικίς
ἐρικίτας
ἐρικίτας ἄρτος
ἐρικλάγκτας
ἐρικλάγκτης
ἐρίκλαυστος
ἐρίκλαυτος
ἐρικλυτός
ἐρίκλυτος
ἐρικόεις
ἐρικός
Ἐρικοῦσσα
ἐρικτέανος
ἐρικτός
ἐρίκτυπος
ἐρικυδής
ἐρικύμων
ἐριλαμπέτις
ἐριλαμπής
ἐρίμη
ἐριμηκάς
ἐριμήκετος
ἐριμύκης
ἐρίμυκος
ἐρινάζω
ἐρινάς
ἐρινασμός
ἐριναστός
ἐρινειός
ἐρινεόν
…
Ἐρίκιος
Save
Bailly 2024
Ἐρίκιος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Ericius
,
n. d’h. rom.
Plut.
Syll.
16 et 18
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}