About
Menu

μικρός

μικρός, μῑκρός, μῑκρά, μῑκρόν, small, little, short

Parsed as:

✓ masculine nominative singular of μικρός

Positive · Singular
MasculineFeminineNeuter
Nominative μικκός, μικκὸς, μικρός, μικρὸς, σμικρός, σμικρὸς μικρὰ, σμικρά, σμικρὰ, μικρή μικκὸν, μικρόν, μικρὸν, σμικρόν, σμικρὸν
Genitive μικκῶ, μικροῦ, σμικροῦ μικρᾶς, σμικρᾶς, σμικρῆς, μικρῆς μικροῦ, σμικροῦ
Dative σμικρῷ μικρᾷ, σμικρᾷ, μικρῇ μικρῷ, μικρῶι, σμικρῷ
Accusative μικκὸν, μικρὸν, σμικρὸν μικράν, μικρὰν, σμικρὰν, σμικρὴν μικρόν, μικρὸν, σμικρόν, σμικρὸν
Vocative – – –
Positive · Plural
MasculineFeminineNeuter
Nominative μικροὶ, σμικροὶ, σμικροί μικραί, μικραὶ, σμικραὶ μικρά, μικρὰ, σμικρά, σμικρὰ
Genitive σμικρῶν – μικρῶν
Dative μικροῖς, σμικροῖς μικραῖς, σμικραῖς, σμικρῇσι μικροῖς, σμικροῖς
Accusative μικροὺς, σμικροὺς μικρὰς μίκρʼ, μικρά, μικρὰ, σμίκρʼ, σμικρὰ
Vocative – – –
Comparative · Singular
MasculineNeuter
Nominative μειότερος, μικρότερος σμικρότερον
Genitive – –
Dative – –
Accusative – μικρότερον
Vocative – –
Comparative · Plural
MasculineFeminineNeuter
Nominative σμικρότεροι – –
Genitive μικροτέρων – σμικροτέρων
Dative – μικροτέραις μικροτέροις
Accusative – – μικρότερα, σμικρότερα
Vocative – – –
Superlative · Singular
MasculineNeuter
Nominative σμικρότατος –
Genitive – –
Dative – σμικροτάτῳ
Accusative – σμικρότατον
Vocative – –
Superlative · Plural
Neuter
Nominative –
Genitive –
Dative –
Accusative σμικρότατα
Vocative –

Saved

Recent