About
Menu

πράγμασιν

πρᾶγμα, πρᾶγμα, πράγματος, τό, deed, affair, thing

Parsed as:

✓ neuter dative plural of πρᾶγμα

Neuter
SingularDualPlural
Nominative πρᾶγμʼ, πρᾶγμα, πρᾶγμά, πρῆγμα – πράγμαθʼ, πράγματʼ, πράγματα, πρήγματα
Genitive πράγματος, πράγματός, πρήγματος πραγμάτοιν πραγμάτων, πρηγμάτων
Dative πράγματι, πρήγματι – πράγμασι, πράγμασιν, πρήγμασι
Accusative πρᾶγμʼ, πρᾶγμα, πρᾶγμά, πρῆγμα, πρῆγμά – πράγμαθʼ, πράγματʼ, πράγματα, πράγματά, πρήγματα
Vocative – – –

Saved

Recent