Pelasgia
Pelasgia
Πελασγία, ἡ.
Pelasgi: Πελασγοί, οἱ.
A Pelasgian: Πελασγιώτης, ὁ. Fem., Πελασγιῶτις, -ῐδος, ἡ, or Πελασγί̆ς, -ί̆δος, ἡ.
Pelasgic, adj.: Πελασγῐκός.
Πελασγία, ἡ.
Pelasgi: Πελασγοί, οἱ.
A Pelasgian: Πελασγιώτης, ὁ. Fem., Πελασγιῶτις, -ῐδος, ἡ, or Πελασγί̆ς, -ί̆δος, ἡ.
Pelasgic, adj.: Πελασγῐκός.