Plataea
Plataea
Πλά̆ταια, ἡ (Thuc. II.2), or Πλᾰταιαί, αἱ (Thuc. II.7).
At Plataea: Πλαταιᾶσι.
A Plataean: Πλαταιεύς, -έως, ὁ.
Plataean, adj.: Πλαταιικός. Fem. adj.: Πλαταιίς, -ίδος.
Πλά̆ταια, ἡ (Thuc. II.2), or Πλᾰταιαί, αἱ (Thuc. II.7).
At Plataea: Πλαταιᾶσι.
A Plataean: Πλαταιεύς, -έως, ὁ.
Plataean, adj.: Πλαταιικός. Fem. adj.: Πλαταιίς, -ίδος.