phenomenal
phenomenal
adj.
Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, ἐξαίσιος (Plat.), Ar. and P. δαιμόνιος, θαυμά̆σιος, ὑ̆περφυής, V. ἔκπαγλος.
adj.
Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, ἐξαίσιος (Plat.), Ar. and P. δαιμόνιος, θαυμά̆σιος, ὑ̆περφυής, V. ἔκπαγλος.