prologue
prologue
subs.
Ar. πρόλογος, ὁ.
Prelude: P. and V. προοίμιον, τό, V. φροίμιον, τό.
subs.
Ar. πρόλογος, ὁ.
Prelude: P. and V. προοίμιον, τό, V. φροίμιον, τό.
PROLOGUE
prologus (πρόλογος).
prologus (πρόλογος).
prologue: prŏlŏgus: Ter.: Quint.