Βεργίλιος Save DGE Bailly 2024 Βεργίλιος v. Οὐεργίλιος. Βεργίλιος, ου (ὁ) = lat. Vergilius, Virgile, poète latin, E. Byz. vo Μάντυα ; cf. le suiv. et Βιργίλιος.