Δαλματικός Save DGE Bailly 2024 Δαλματικός -ή, -όν 1 dalmático, de Dalmacia στρατεύματα Plu.Oth.4. 2 subst. ἡ Δ., τὸ Δ. Dalmacia Str.7.5.5, D.C.49.36.2, 4. Δαλματικός, ή, όν, de Dalmatie, Plut. Oth. 4.