Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Δασκύλης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δάρτινον
δαρτός
δάρυλλος
δαρχμά
Δαρών
δάς
δᾴς
δασ-
δασα
Δάσαι
Δασάλιος
Δάσανα
δάσασθαι
δασάσκετο
Δασέαι
Δασεάτης
Δασεία
δασερός
δασέως
Δασθένεια
δάσιος
Δάσιος
δασίφρων
δασκάζει
δάσκιλλος
δάσκιος
δασκόν
Δασκοῦσα
Δασκυλειανοί
Δασκύλειον
Δασκύλης
Δασκύλιον
Δασκυλίτης
Δασκυλῖτις
Δάσκυλος
δάσκω
Δάσκων
Δασκώνιος
δάσμα
Δασμένδα
δάσμευσις
δασμηφορέω
δασμογράφος
δασμολογέω
δασμολογία
δασμολόγος
δασμός
δασμοφορέω
δασμοφόρησις
δασμοφορία
δασμοφόρος
δασμοφῶν
Δάσμων
δάσομαι
δάσονται
δάσος
δάσοφρυς
δασπέταλον
δασπλής
δασπλῆτις
δάσσα
…
Δασκύλης
Save
Bailly 2024
Δασκύλης,
gén. épq.
εω
(
ὁ
)
[
ῠ
] Daskyles,
h.
Anth.
7, 709
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}