Δημοσθένειος
Δημοσθένειος, Demosthenic
Δημοσθέν-ειος, α, ον,
- Demosthenic, Longin. 34.2:—also Δημοσθεν-ικός, ή, όν, D.H. Rh. 11.10, Luc. Dem.Enc. 15. Adv. -κῶς Aristid. Rh. 1 p.510 S.
de Demóstenes
τόνος
κατορθώματα
Δημοσθένειος, α, ον, de Démosthène, Thém. 336 ; Lgn 34, 2.
Étym. Δημοσθένης.