Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Εὐνόστα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὖνις
ἐΰννητος
Εὐνόα
εὐνοέω
εὐνόημα
εὐνόησις
εὐνοητικός
εὐνοητικῶς
εὐνόητος
εὐνόθευτος
εὔνοια
εὐνοιέω
εὐνοΐζομαι
εὐνοΐη
εὐνοϊκός
εὐνοϊκῶς
εὔνοιος
εὐνόμας
εὐνομέομαι
εὐνομέω
εὐνόμημα
εὐνομία
Εὐνομία
Εὐνομιανός
εὐνομίη
Εὐνόμιος
εὔνομος
Εὔνομος
εὔνοος
Εὔνοος
Εὐνόστα
Εὔνοστος
εὔνοστος
εὔνους
εὐνούστερος
εὐνουχεῖον
εὐνουχία
εὐνουχίας
εὐνουχίζω
εὐνούχιον
εὐνουχισμός
εὐνουχιστέον
εὐνουχιστής
εὐνουχοειδής
εὐνοῦχος
εὐνουχώδης
εὐνόως
εὖντα
εὔνυμφος
εὐνώμας
εὔνως
εὔνωτος
Εὐξάντιος
εὔξαντος
εὔξατο
εὔξεινος
Εὔξεινος
εὐξείνως
Εὐξενίδαι
Εὐξενίδας
εὔξενος
…
Εὐνόστα
Save
Bailly 2024
Εὐνόστα,
ας
(
ἡ
) Eunosta,
f.
Diocl.
(
Plut.
Qu. gr.
40
).
Étym.
fém. du suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}