Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καπίτων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καπετωλίς
καπεύς
κάπη
κάπηθεν
καπηλεία
καπηλεῖον
καπήλευμα
καπηλευτής
καπηλευτικός
καπηλεύω
καπήλη
καπηλικός
καπηλικῶς
καπήλιον
καπηλίς
καπηλογείτων
καπηλοδύτης
κάπηλος
καπηλοτριβέω
καπήλτια
Καπηνάτης
καπητόν
κἀπί
κάπια
καπίθη
καπίστριον
Καπίται
Καπιτώλιον
Καπιτώλιος
Καπιτωλίς
Καπίτων
Καπίων
καπναύγης
καπνεῖον
κάπνειος
καπνείω
καπνέλαιον
κάπνεος
κάπνεος ἄμπελος
κάπνεως ἄμπελος
κάπνη
καπνηλός
καπνηρός
καπνία
καπνιαῖος
καπνίας
καπνιάς
καπνιάω
καπνίζω
καπνικός
καπνίον
κάπνιος
κάπνισις
κάπνισμα
καπνιστέον
καπνιστήριον
καπνιστικός
καπνιστός
καπνίτης
καπνίτης λίθος
καπνοβάτης
…
Καπίτων
Save
Bailly 2024
Καπίτων,
ωνος
(
ὁ
) [
ᾰῐ
] =
lat.
Căpĭto
, Capiton,
n. d’h. rom.
Plut.
Ant.
36
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}