Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καπράριος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καπνόω
καπνώδης
καπνωδία
καπνωδῶς
καπνωτήριον
κᾶπος
κάπος
κάππα
Καππαδόκαι
Καππαδόκης
Καππαδοκία
καππαδοκίζω
Καππάδοξ
καππάριον
κάππαρις
κάππαρος
Κάππαρος
κάππαστον
καππαύω
καππεδίον
κάππεσον
καππέτων
καπποφόρος
καππυρίζω
Καππώτας
καππώτας
καππώτας λεύς
κάπρα
καπρᾶ
κάπραινα
Καπράριος
Καπρατῖναι
καπράω
καπρέα
Καπρέαι
κάπρειος
καπρία
Καπρίαι
καπριάω
καπρίδιον
καπρίζω
καπρίολος
κάπριος
καπρίσκος
καπροβόλιον
κάπρος
Κάπρος
καπροσύρη
καπροφάγος
καπροφόνος
καπρῴζομαι
καπρώζω
καπρών
καπτήρ
καπτρίον
κάπτρον
κάπτω
Καπυαῖος
Καπύη
καπυκτά
καπύρια
…
Καπράριος
Save
Bailly 2024
Καπράριος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Caprarius
,
n. d’h. rom.
Plut.
Fort. Rom.
4
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}