Κορυβαντίς
Κορῠβαντ-ίς, ίδος, ἡ, pecul. fem of Κορύβας, Nonn. D. 2.695.
Κορυβαντίς, ίδος [ῠῐδ] adj. f. de Corybante, Nonn. D. 2, 695, etc.
Étym. Κορύβας.
Κορυβαντίς, ίδος, adj. f. (Κορύβας), z.B. Ἴδη Nonn. 2.695, 3.235, Κρέτη Nonn. 85.381, Δικταίη πέτρη Nonn. 8.114, αὐλή Nonn. 14.247, σκοπιαί Nonn. 4.184, ἀσπίς Nonn. 28.315, ἠχώ, φωνή Nonn. 43.818, 30.56, Μοῦσαι Nonn. 13.46, δίστομος Nonn. 30.141.