Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Λούκιλλα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοπός
λορδαίνω
λορδόπους
λορδός
λορδόω
λόρδωμα
λόρδων
λορδών
Λόρδων
λόρδωσις
λορδωτός
λοτός
Λούγδουνον
Λούγδουνος
λουδάριος
λουδεμπιστής
Λουδίας
λοῦδος
λουδοτρόφος
λουέω
λοῦκα
Λοῦκα
λουκάνικον
Λουκάνιος
Λουκᾶς
Λουκερήνσες
Λουκερία
Λουκερνήσης
Λουκία
Λουκιανός
Λούκιλλα
Λουκίλλα
Λουκίλλιος
Λούκιλλος
Λουκῖνα
Λουκῖνος
Λούκιος
λοῦκος
Λουκούλλεια
Λουκουλλιανός
Λούκουλλος
Λουκούμων
λούκουντλος
Λουκρητία
Λουκρήτιος
λουλάκιον
λοῦμα
λοῦμαι
λουμενάριον
Λοῦνα
λουνόν
λοῦνται
λούπα
Λουπερκάλια
Λούπερκοι
λούπης
Λουπίαι
Λοῦπος
λούππις
λουρόπους
Λουσηΐς
…
Λούκιλλα
Save
Bailly 2024
Λούκιλλα
(
ἡ
)
=
lat.
Lucilla,
n. de f. rom.
Anth.
App.
232, etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}