Νεστόρειος
Νεστόρειος, α, ον, de Nestor, Pd. P. 6, 32 ; Eur. (Ath. 665a).
Étym. Νέστωρ.
Νεστόρειος
- 1belonging to Nestor Νεστόρειον γὰρ ἵππος ἅρμʼ ἐπέδα (byz.: νεστόρεον codd.) P. 6.32