Σατύριος
Σᾰτύριος [ῠ], η, ον,
- = σατυρικός I, ὠτάρια, of ornaments, BGU 781 ii 1 (i A.D.).
Σατύριος, ου (ὁ) [ᾰῠ] Satyrios, poète de l’Anthologie, Anth. 6, 11.
Étym. Σάτυρος.