Φάλαρις
Φάλαρις, ιδος, acc. ιν (ὁ) [ᾰᾰ] Phalaris, tyran d’Agrigente, Pd. P. 1, 96 ; Luc. Phal. 1, etc. ||
➳ Voc. Φάλαρι, Luc. l.c.
Φᾰλᾰρις tyrant of Akragas.
- 1τὸν δὲ ταύρῳ χαλκέῳ καυτῆρα νηλέα νόον ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει παντᾷ φάτις P. 1.96