αἰθαλώδης
αἰθαλώδης, sooty, black
αἰθᾰλ-ώδης, ες,
- sooty, black, Arist. Mu. 395a26, Gal. 9.470.
ahumado, negro Arist.Mu.395a27, Gal.9.470,
κατὰ τὴν χρόαν
κατὰ χρόα
τὴν χροιάν
τόπος
αἰθαλώδης, ης, ες [ᾰ] de la couleur de la suie, fuligineux, Arstt. Mund. 4, 20 (αἴθαλος 1, -ωδης).
αἰθαλώδης, ες, russig, Arist. mund. 4 ; Strab.