αἰολόβουλος
αἰολόβουλος, wily
αἰολό-βουλος, ον,
- wily, Opp. C. 3.449, al.
de retorcida decisión, astuto
Κρόνος
αἰολό·βουλος, ος, ον, fertile en ruses, Opp. C. 3, 449.
Étym. αἰόλος, βουλή.
αἰολόβουλος, von vielfacher List, Opp. oft.