αἰτίωμα
αἰτίωμα, charge, accusation
αἰτί-ωμα, τό,
- = αἰτίαμα, PFay. 111 (iA.D.), Act.Ap. 25.7.
acusación
πολλὰ καὶ βαρέα αἰτιώματα
αἰτίωμα, ατος (τὸ) c. αἰτίαμα, NT. Ap. 25, 7.
αἰτίωμα, charge, accusation
acusación
πολλὰ καὶ βαρέα αἰτιώματα