βαρδύτερος Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape βαρδύτερος v. βραδύς. βαρδύτερος, v. βραδύς. βαρδύτερος poët. comp. van βραδύς. βαρδύτερος, Kompar. zu βραδύς, Theocr. 29.30.