βαρύκρανος Save DGE Bailly 2024 Pape βαρύκρανος -ον de cabeza dura Gr.Naz.M.37.874A. βαρύ·κρανος, ος, ον [ᾰῠ̄ᾱ] qui a la tête lourde, Naz. 2, 241. Étym. β. *κρᾶνον, cf. κάρηνον. βαρύκρανος, [ρᾱ], = βαρυκέφαλος, Sp.