βαυκάλημα
βαυκάλημα, lullaby
βαυκᾰλ-ημα, ατος, τό,
- lullaby, Socr. Ep. 27.
arrullo
ἐτιθηνήθην γὰρ ἐκ νέου ἔτι πάλαι Σωκρατικοῖς ὡς ἄν τις εἴποι βαυκαλήμασιν
βαυκάλημα, ατος (τὸ) [κᾰ] chant pour endormir les enfants, Socr. Ep. 27.
Étym. βαυκαλάω.
βαυκάλημα, τό, das Wiegenlied, Ep. Socr. 27.