Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βιαστήρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βιαθάνατος
βιαιοελυπίου
βιαιοθανασία
βιαιοθανατέω
βιαιοθάνατος
βιαιοκλώψ
βιαιόκλωψ
βιαιολεχής
βιαιομάχας
βιαιομαχέω
βιαιομάχος
βίαιος
βιαιότης
βιαιόω
βιαίως
Βίαννα
Βιαντιάδης
Βιάνωρ
βιαρκής
βιάρπαγος
βιάρχης
βιαρχία
βίαρχος
Βίας
βιάσανδρα
βιασάνδρα
βίασμα
βιασμός
βιαστέον
βιαστέος
βιαστήρ
βιαστής
βιαστικός
βιαστός
βιατ-
βιατάς
βιατήριον
Βιατία
βιάτικον
βιάτωρ
βιαφορέω
βιάω
βιβάζω
Βίβακον
Βίβακτα
Βιβαλοί
βιβάριον
βιβάς
βιβάσθω
βιβάσθων
βίβασις
Βίβασις
βιβαστής
Βιβάστιος
Βίβαστος
βιβάω
βίβημι
Βιβιανός
βιβλ
βιβλ-
Βιβλάδα
…
βιαστήρ
Save
LSJ
βῐασ-τήρ, ῆρος, ὁ, = sq., prob. in
Gorg.
Hel.
12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}