βοθρίσκος Save DGE βοθρίσκος -ου, ὁ agr. clota ὄρυξον βοθρίσκους δύο καὶ εἰς τὸν ἕνα βάλε κριθὰς καὶ εἰς τὸν ἕτερον πυρούς Gal.14.476.