βολβιτόω
hacer apestoso, hediondo
κοπρώδης ... καὶ βεβολβιτωμένη φωνή
βολβιτόω-ῶ, f. ώσω, transformer en fumier, Nyss. 2, 396.
Étym. βόλβιτον.
βολβιτόω, düngen, Sp.
hacer apestoso, hediondo
κοπρώδης ... καὶ βεβολβιτωμένη φωνή