βομβητικός
βομβητικός, humming
βομβ-ητικός, ή, όν,
- humming, Eust. 945.23:—also βομβ-ικός, ή, όν, τὸ τῶν θρήνων β. Sch. metr. Pi. O. 1.
zumbón, que zumba
ζωύφιον ... βομβητικὸν ἐν τῷ πέτεσθαι
βομβητικός, = βομβήεις, Eust.