βομβυλίζω Save DGE Pape βομβυλίζω emitir borborigmos διὸ καὶ βομβυλίζουσιν οἱ δεινῶς δεδιότες Arist.Pr.949a13. βομβυλίζω, v.l. zu βομβυλιάζω.