βορβορίζω
βορβορίζω, to be like mud
βορβορ-ίζω, (βόρβορος)
- to be like mud, ἐν γεύσει Dsc. 5.75.
- II βορβορίζει· γογγύζει, μολύνει (Cypr.), Hsch.
1 ser fangoso
ἐν γεύσει β.
saber a barro
2
βορβορίζει· chipr. γογγύζει. μολύνει
3 v.
βορβορίζω (seul. part. prés.) sentir la bourbe, Diosc. 5, 85.
Étym. βόρβορος.
βορβορίζω, nach Schlamm, Mist riechen, Diosc.