Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γέροντο
DGE
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Γερμανός
Γέρμαρα
Γέρμη
Γερμηνός
Γερμιάνα
γεροάκται
ΓερόϜενς
γεροῖα
γεροίταν
γεροιτάν
ΓεροκλέϜης
γέρον
Γερόνθραι
Γερονθραταί
γερονταγωγέω
γεροντάριον
γεροντεία
Γερόντειον
γερόντειος
γεροντεύω
γεροντία
γεροντιαῖος
γεροντίας
γεροντιάω
γεροντίζω
γεροντικός
γεροντικῶς
γερόντιο
γερόντιον
Γερόντιος
γέροντο
γεροντογρᾴδιο
γεροντοδιδάσκαλος
γεροντοειδής
γεροντοκομεῖον
γεροντοκομικά
Γεροντοκομικός
γεροντοκόμος
γεροντομανία
Γεροντομανία
Γεροντομαχία
γεροντοπύγισο
Γερόντων λιμήν
γερός
Γεροῦνδα
Γερουνῖνος
Γερούνιον
Γέρουσα
γερουσία
γερουσιάζω
γερουσιακός
γερουσιάρχης
γερουσιάρχισσα
γερουσιάρχων
γερουσίας
γερουσιαστής
γερούσιος
Γέρρα
γερράδια
Γέρραι
Γερραιίδαι
…
γέροντο
Save
DGE
Grieks Nederlands
γέροντο
v.
γέρων
.
γέροντο,
barb. acc. sing.,
zie
γέρων.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}