γαργαρισμός
γαργαρισμός, gargling
γαργᾰρ-ισμός, ὁ,
- gargling, Alex.Trall. 5.4.
γαργαρισμός, οῦ (ὁ) gargarisme, Plin. H.N. 28, 12, 51.
Étym. γαργαρίζω.
γαργαρισμός, ὁ, das Gurgeln, Plin. 28.12.51.