Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γλωσσοτόμητος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γλωσσίδιον
γλωσσίδος
γλωσσίς
γλωσσογάστωρ
γλωσσογράφος
γλωσσόδημα
γλωσσοειδής
γλωσσόζωμος
γλωσσοθάνατος
γλωσσοκάτοχον
γλωσσοκάτοχος
γλωσσοκηλοκόμπης
γλωσσοκηλόκομπος
γλωσσοκομεῖον
γλωσσόκομον
γλωσσόκομος
γλωσσοκρατέω
γλωσσολογία
γλωσσομανία
γλωσσοπέδη
γλωσσοπέτρα
γλωσσοποιΐα
γλωσσοπωγώνιον
γλωσσός
γλωσσοστροφεῖν
γλωσσοστροφέω
γλωσσοτέχνης
γλωσσότμητος
γλωσσοτομ-
γλωσσοτομέω
γλωσσοτόμητος
γλωσσοτομία
Γλωσσοτράπεζος
γλωσσοφαγία
γλωσσοφόρος
γλωσσοχαριτέω
γλωσσώδης
γλωττ-
γλῶττα
γλωτταργία
γλωττηματικός
γλωττήν
γλωττιαῖος
γλωττίζω
γλωττικός
γλώττιος
γλωττίς
γλώττισμα
γλωττισμός
γλωττογάστωρ
γλωττοδεψέω
γλωττοδέψην
γλωττοειδής
γλωττόκομον
γλωττοποιέω
γλωττοποιητικῶς
γλωττοποιΐα
γλωττοποιός
γλωττοστροφέω
γλωττοτοξόται
γλωττοφόρος
…
γλωσσοτόμητος
Save
Pape
γλωσσοτόμητος
, = γλωσσότμητος, Iust. Mart.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}