γλώσσαργος
γλώσσαργος, garrulous
de lengua banal o fútil, parlanchín Pi.Fr.140b.13,
ἦθος
ἀηδών
τὸ γλωσσαργότατον μέρος τῆς Ἀλεξανδρέων πόλεως
ἡδονῇ γλωσσάργῳ
por el placer de charlar
γλώσσ·αργος, ος, ον, par dissimil. c. γλώσσαλγος, D. Chr. 2, 229.
γλώσσαργος, = γλώσσαλγος, D. Chrys.
γλώσσαργος
- 1garrulous γλώ]σσαργον ἀμφέπων ἐρεθίζομαι πρὸς ἀυτὰ[ν fr. 140b. 13.