Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γορός
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Γοργῶπις
Γοργωπὶς λίμνη
γοργωπός
γοργῶς
γοργώψ
γοργώψατο
Γόρδα
γορδελίζειν
Γορδία
Γορδιάνεια
Γορδιανός
Γορδίας
Γόρδιον
Γορδιοπριλάριος
Γόρδιος
Γορδιοτειχίτης
Γορδιτανόν
Γόρδος
Γορδυαία
Γορδυαῖος
Γορδυηνή
Γορδυηνοί
Γορδυνία
Γόρδυς
Γόρζα
Γορζαῖος
Γορθυαίων ὄρη
Γόριλλαι
Γορίλλαι
γόρνη
γορός
Γορπιαῖος
Γορπιαῖος μήν
Γόρτυν
Γόρτυνα
Γορτυναία
Γορτυνία
Γορτυνιάτης
Γορτυνικός
Γορτύνιος
Γορτυνίς
Γορτυνος
γόρτυξ
Γόρτυς
Γορύανδις
γορυνίας
γόρυνος
γόρυτος
γορφία
γορφίον
γοσσύπιον
γοσταί
γοτάν
Γοτθικός
Γότθοι
Γότθος
Γούββα
γουβενάριον
γουβερνάριον
γουβικός
γουγκία
…
γορός
Save
LSJ
DGE
γορός·
κυρτός,
Hsch.
,
Cyr.
,
Zonar.
(Perh. f.l. for γυρός.)
γορός
v.
γυρός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}