γραπτέον
γραπτέον, one must write
γραπτ-έον,
- one must write or describe, ὅπως . . X. Eq. 2.1; one must write, spell, Str. 9.4.5, Gal. 15.720.
- 2 γραπτέος, α, ον, to be written, described, Pl. Ep. 341d, Luc. Im. 17.
hay que escribir
ὅπως ... δεῖ πωλεύειν δοκεῖ ἡμῖν γ.
περὶ φυλάκων ... τὰ πολλὰ ἐν τῇ ... βίβλῳ
Βῆσσαν ἐν τοῖς δυσὶ γ. σῖγμα
• abs.
οὐ γὰρ διστάζομεν πῶς γ.