δίκωπος
δίκωπος, two-oared
δῐ-κωπος, ον,
- two-oared, σκάφος E. Alc. 252 (lyr.), cf. 444 (lyr.), Plb. 34.3.2.
birreme, de dos remos
σκάφος
ἐλάτα
σέλμα
σκαφίδια
• subst. τὸ δ. nave de dos remos Poll.1.82.
δί·κωπος, ος, ον [ῐ] à deux rames, Eur. Alc. 252 ; Pol. 34, 3, 2.
Étym. δίς, κώπη.
δίκωπος, zweiruderig ; σκάφος, ἐλάτη, Eur. Alc. 252, 446 ; Sp., wie Pol. 34.3.2.
δίκωπος
δί-κωπος, ον
δίς, κώπη
- two-oared, σκάφος Eur.