δακτυλοποιητικός
δακτυλοποιητικός, finger-making
δακτῠλο-ποιητικός, ή, όν,
- finger-making, δύναμις Phlp. in GA 193.11.
que hace dedos
δύναμις
δακτυλοποιητικός, finger-making
que hace dedos
δύναμις