Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δαμότις
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δαμοκρ-
Δαμοκράτεια
Δαμοκράτης
Δαμοκρίτα
Δαμόκριτος
Δαμομένης
Δαμοννώ
δαμονομέω
Δαμοξενίδας
Δαμόξενος
δαμόομαι
δᾶμος
δαμοσιεργός
δαμοσιεύω
δαμοσιομάστας
δαμοσιομάστης
δαμοσιοργία
δαμόσιος
δαμοσιοφύλακες
δαμοσόνιος
δάμοσσος
Δαμοστρατεία
Δαμοστρατία
Δαμόστρατος
δαμοτ-
Δαμοτάγης
δαμότας
Δαμοτέλης
Δαμοτιμίδας
Δαμότιμος
δαμότις
δαμοῦαι
Δαμούρας
δαμοῦχοι
δαμοφανής
Δαμόφαντος
Δαμοφίλη
Δαμόφιλος
Δαμοφύλη
Δαμοφῶν
Δαμοχάρης
Δαμόχαρις
δαμόωνται
δαμόωσι
δαμπόν
Δάμυλλος
Δαμυρίας
Δάμυσος
Δαμώ
δαμω-
δάμωμα
δαμώματα
Δάμων
Δαμωνίδας
Δαμώνιος
δαμώσικτον
Δαμωφέλης
Δάν
δάν
δᾶν
Δᾶν
…
δαμότις
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
δαμότις,
v.
δημότις
.
δᾱμότις, ἡ
Dor.
voor
δημότις.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}