δεκακότυλος
δεκακότυλος, holding ten
δεκα-κότῠλος, ον,
- holding ten κοτύλαι, Str. 3.2.7.
de una capacidad de diez cótilos Str.3.2.7.
δεκα·κότυλος, ος, ον [ᾰῠ] qui contient dix cotyles, Str. 145.
Étym. δ. κοτύλη.
δεκακότυλος, zehn Kotylen fassend, Strab. 3.2.7.