δεκαπηχυαῖος
δεκᾰ-πηχῠαῖος, α, ον, = sq., Gp. 9.9.10, 15.2.22.
de diez codos de alto
μέγεθος
οἶκος
• subst. τὸ δ. Phlp.in Ph.99.28.
δεκαπηχυαῖος, α, ον [ᾰ] c. le suiv. Geop. 9, 9, 10 ; 15, 2, 22.
δεκαπηχυαῖος, = δεκάπηχυς, Geop.