δερμύλλω
δερμύλλω,
- = φλάω, Sch. Ar. Nu. 734; cf. δερκύλλειν.
desollar sent. obsc. masturbar
ἑαυτόν
δερμύλλει· αἰσχροποιεῖ
δερμύλλω, die Haut zurückziehen, τοῦ πέους Schol. Ar. Nub. 724.