διαδηλέομαι
διαδηλέομαι, to do great harm to, tear to pieces
διαδηλέομαι,
- do great harm to, rend in pieces, ὀλίγου σε κύνες διεδηλήσαντο Od. 14.37, cf. Theoc. 24.85, A.R. 2.284, Agath. 5.7.
desgarrar, hacer pedazos c. suj. de anim. y ac. de pers.
ὀλίγου σε κύνες διεδηλήσαντο
ἐπῶρσαν κνώδαλα ... βρέφος διαδηλήσασθαι
βόες διαδηλήσονται ἄνδρα
• c. suj. de seres mitológicos
Ζήτης Κάλαΐς τε ... σφ' ἀέκητι θεῶν διεδηλήσαντο
• c. suj. de cosa herir, dañar
ἀνεπυνθάνετο ... τὰ τοῦ σεισμοῦ μή τι σφᾶς ... διεδηλήσατο
δια·δηλέομαι-οῦμαι (seul. ao.) déchirer, mettre en pièces, Od. 14, 37 ; Thcr. Idyl. 24, 83 ; A. Rh. 2, 284 ; 3, 579.
διαδηλέομαι, (δηλέομαι), sehr beschädigen, zu Grunde richten ; Homer von Hunden, = zerreißen, Od. 14.37 ἦ ὀλίγου σε κύνες διεδηλήσαντο ἐξαπίνης. – Sp., wie Theocr. 24.83 ; Ap.Rh. 2.284.
διαδηλέομαι
[δια- 10.]
To do sore hurt to Od. 14.37.
διαδηλέομαι , aor. διεδηλήσαντο: tear in pieces, Od. 14.37†.
διαδηλέομαι
fut. ήσομαι
- Dep. to do great harm to, tear to pieces, Od., Theocr.