διακολυμβάω
διακολυμβάω, dive and swim across
διακολυμβάω,
- dive and swim across, ἀπὸ τῶν πειρατῶν IG 12(5).653.29 (Syros); πρός τινα Plb. 5.46.8, cf. LXX 1 Ma. 9.48, Palaeph. 27; τὸν Τίβεριν D.S. 14.116.
1 hacer una travesía a nado, irse nadando c. giro prep.
εἴς τινα τόπον
εἰς τὸ πέραν
πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τῆς ... στρατοπεδείας
ἀπὸ τῶν πειρατῶν
περιτραπείσης δὲ τῆς νηὸς καὶ πάντων διακωλυμβώντων
2 tr. cruzar a nado
τὸν Τίβεριν
δια·κολυμβάω-ῶ, plonger à travers, traverser à la nage, Pol. 5, 46, 8 ; Spt. 1 Macc. 9, 48 ; δ. τὸν Τίβεριν, DS. 14, 116, traverser le Tibre à la nage.
διακολυμβάω, durchschwimmen, Pol. 5.46 u. Sp.