διακροβολίζομαι
διακροβολίζομαι, skirmish
διακροβολ-ίζομαι,
- skirmish, J. BJ 4.7.1, Onos. 14.3.
escaramuzar
διηκροβολίζοντο τοῖς ὅπλοις
δυνηθείς πῃ λαβεῖν αἰχμαλώτους ... διακροβολισάμενος
δι·ακροβολίζομαι (impf. 3 pl. διηκροβολίζοντο) engager une escarmouche, Jos. B.J. 4, 7, 1.
διακροβολίζομαι, plänkeln, Jos.