διαπνείω Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape δια-πνείω, poet. for διαπνέω, Nonn. D. 29.201. διαπνείω v. διαπνέω. δια·πνείω, v. διαπνέω. διαπνείω, p. = διαπνέω, Nonn. D. 29.201.