διαρίπτω Save LSJ Bailly 2024 Pape διαρίπτω, poet. for διαρρίπτω, dub. l. in Ar. Th. 665 (lyr.). δια·ρίπτω, v. διαρρίπτω. διαρίπτω, = διαρρίπτω, Ar. Th. 665.